Τόκιο

Τόκιο
το г. Токио

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать реферат

Смотреть что такое "Τόκιο" в других словарях:

  • Τόκιο — Πόλη (11.680.282 κάτ.) της κεντρικής Ιαπωνίας, στο νοτιοανατολικό τμήμα του νησιού Χονσού, πρωτεύουσα του κράτους και του ομώνυμου νομού (2.166 τ. χλμ.). Βρίσκεται στη βόρεια ακτή του ομώνυμου κόλπου, στα όρια της Πεδιάδας Καντό, και απλώνεται… …   Dictionary of Greek

  • Τάνγκε, Κέντζο — (Τόκιο 1913). Ιάπωνας αρχιτέκτονας και πολεοδόμος. Ο Τ. προσπαθεί να συμφιλιώσει την ιαπωνική οικοδομική παράδοση με τις αισθητικές και κοινωνικές αντιλήψεις της σύγχρονης αρχιτεκτονικής. Επηρεασμένος βαθιά από την ορθολογιστική ποιητική του Λε… …   Dictionary of Greek

  • Οόκα, Σοχέι — (Τόκιο 1909). Ιάπωνας συγγραφέας. Δημοσιογράφος και μελετητής της γαλλικής λογοτεχνίας, ιδιαίτερα του Σταντάλ (του οποίου έκανε μερικές μεταφράσεις). Κατατάχτηκε στον στρατό το 1944 και στάλθηκε στις Φιλιππίνες. Το 1945 αιχμαλωτίστηκε και… …   Dictionary of Greek

  • Χαρουνόμπου, Σουζούκι — (Τόκιο 1724 – 1770). Ιάπωνας ζωγράφος. Ήταν μαθητής του Σιγκενάγκα και επηρεάστηκε από τα έργα του Σουκενόμπου και του Τοϋνόμπου. Η σημαντικότερη ανανεωτική εργασία του σημειώνεται στην τελευταία δεκαετία της ζωής του, κατά τη λαμπρότερη περίοδο… …   Dictionary of Greek

  • Χιροχίτο — (Τόκιο 1901 – 1989). Αυτοκράτορας της Ιαπωνίας. Γιος του αυτοκράτορα Γιοσιχίτο (εποχή Ταϊσό, δηλαδή της μεγάλης τιμιότητας), ανέβηκε στον θρόνο τον Δεκέμβριο του 1926 εγκαινιάζοντας την εποχή Σόουα (δίκαιης ειρήνης). Ο X., του οποίου το όνομα… …   Dictionary of Greek

  • Ιαπωνία — Επίσημη ονομασία: Αυτοκρατορία της Ιαπωνίας Έκταση: 377.835 τ. χλμ. Πληθυσμός: 126.771.662 (2001) Πρωτεύουσα: Τόκιο (8.130.408 κάτ. το 2000)Νησιωτικό κράτος της ανατολικής Ασίας, χωρίς σύνορα στην ξηρά με άλλη χώρα. Βρέχεται στα Β από την… …   Dictionary of Greek

  • αεροναυτική — Σύνολο πειραματικών δεδομένων, τεχνικών εφαρμογών και ποικίλων δραστηριοτήτων, οι οποίες συνδέονται με τις συνθήκες που επιτρέπουν στον άνθρωπο να μετακινείται μέσα στη γήινη ατμόσφαιρα με συσκευές που κατασκευάζονται γι’ αυτό τον σκοπό. Τo… …   Dictionary of Greek

  • τζούντο — Τεχνική αθλητικής πάλης, εθνικό άθλημα της Ιαπωνίας. Το τ. είναι έργο του Τζιγκόρο Κάνο, καθηγητή στο Τόκιο, που αφού παρακολούθησε την τεχνική του τζου τζίτσου, έθεσε τις βάσεις του νέου αθλήματος, το οποίο και δίδαξε σε ειδική σχολή που ίδρυσε… …   Dictionary of Greek

  • Ουταμάρο — (Utamaro, Καουαγκόε, Μουσάσι 1753 – Έντο, σημερινό Τόκιο 1806). Ιάπωνας ζωγράφος και χαράκτης. Όπως ο Μορονόμπου, ο Χοκουζάι και άλλοι, ήταν και εικονογράφος βιβλίων επιστημονικών εκλαϊκευτικών ή ρομαντικής λογοτεχνίας, αλλά κυρίως ερωτικών.… …   Dictionary of Greek

  • Σόργκε, Ρίχαρντ — (Sorge). Σοβιετικός μυστικός πράκτορας (Μπακού 1895 Τόκιο 1944). Ο Σ. θεωρείται ένας από τους πιο επιδέξιους μυστικούς πράκτορες όλων των εποχών. Ήταν γιος Γερμανού μηχανικού και μιας Ρωσίδας και το 1899 έφτασε, με την οικογένεια του στο Βερολίνο …   Dictionary of Greek

  • Τοκουγκάβα — Ιαπωνική οικογένεια, η οποία έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στη διαμόρφωση της ιαπωνικής ιστορίας. Με τον θάνατο του αυτοκράτορα Τογιοτόμι Χιντεγιόσι (1598), έπρεπε να τον διαδεχτεί στην εξουσία κατά τις οδηγίες του, ο μικρός γιος του Χιντεγιόρι, με τη …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»